
Η Κωνσταντινούπολη, διεθνώς γνωστή ως Ιστανμπούλ (τουρκ. İstanbul, IPA: [isˈtambul]), είναι η μεγαλύτερη πόλη και λιμάνι της Τουρκίας. Συνιστά ταυτόχρονα κύριο πολιτισμικό, οικονομικό και βιομηχανικό κέντρο της χώρας και ενδύκνειται για οργανωμένα ταξίδια από το Ηράκλειο. Με πληθυσμό περίπου 12 εκατομμύρια κατοίκων, αποτελεί μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου. Η σημερινή τοποθεσία της Κωνσταντινούπολης κείται επί της αρχαίας πόλης Βυζάντιο, που έλκει την ονομασία της από τον Βύζαντα των Μεγάρων, ιδρυτή της πόλης το 667 π.Χ.. Είναι κτισμένη στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου (τουρκ. Haliç) στη νότια είσοδο του στενού πορθμού του Βοσπόρου που με μήκος περίπου 35 χλμ. συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα (τουρκ. Karadeniz) στο βορρά με τη θάλασσα του Μαρμαρά στο νότο. Αποτελεί κατά αυτό τον τρόπο τη μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη και την Ασία. Σε μία οργανωμένη εκδρομή εξωτερικού προς τη Κώσταντινούπολη θα ανακαλύψετε οτι η σύγχρονη πόλη χωρίζεται σε τρεις κύριες ζώνες που περιλαμβάνουν την παλαιά Κωνσταντινούπολη (τουρκ. Eminönü και Fatih), την περιοχή του Μπέηογλου (τουρκ. Beyoğlu) με τη συνοικία του Γαλατά και τον ομώνυμο πύργο, καθώς και το Σκούταρι (τουρκ. Üsküdar) μαζί με άλλα προάστια που βρίσκονται στην απέναντι ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.
Οθωμανική Αυτοκρατορία
Τον Απρίλιο του 1453 ξεκίνησε η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Είχε προηγηθεί η αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της πόλης το 1422, από τον σουλτάνο Μουράτ Β'. Παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις μεσαιωνικές πηγές, ο οθωμανικός στρατός φαίνεται πως υπερτερούσε κατά πολύ αριθμητικά. Η τελική επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, όταν, παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην πόλη και την κατέκτησαν. Είχαν προηγηθεί συνολικά 54 ημέρες πολιορκίας. Μετά από τριήμερη λεηλασία της πόλης, ο σουλτάνος, επιθυμώντας να περιορίσει την περαιτέρω καταστροφή της μελλοντικής πρωτεύουσάς του, διέταξε την παύση της και πραγματοποίησε την εθιμοτυπική και μεγαλοπρεπή είσοδό του στην πόλη. Ο Μωάμεθ Β' επιχείρησε να ενισχύσει τον πληθυσμό της πόλης, μετακινώντας εξαναγκαστικά κατοίκους από άλλες περιοχές που είχε κατακτήσει, όπως την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλονίκη και ελληνικά νησιά. Πριν την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε φιρμάνια για τη μετακίνηση στην πόλη μουσουλμανικών, χριστιανικών και εβραϊκών οικογενειών, από την περιοχή της Ρούμελης και της Ανατολίας. Η αναγκαστική μετοίκηση εξυπηρετούσε πληθώρα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αναγκών, όπως την αποκατάσταση της ευημερίας σε μια προηγουμένως παρηκμασμένη πόλη, τη δημιουργία πλούτου και την αποτροπή εξεγέρσεων απομονωμένων κοινοτήτων. Σύμφωνα με απογραφή του 1477, η Ιστάμπουλ αριθμούσε εκείνη την εποχή 16.324 νοικοκυριά, με το μουσουλμανικό και χριστιανικό στοιχείο να αντιστοιχούν περίπου στο 60% και 22% του συνολικού αριθμού (αρχεία Topkapi Sarayi, D 9524). Αν και οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό της πόλης διαφέρουν σημαντικά, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως κατά το 16ο αιώνα είχε αυξηθεί σημαντικά.
Μέλημα του σουλτάνου Μωάμεθ Β' ήταν επίσης η οικοδόμηση της πόλης, με χαρακτηριστικά έργα την αποκατάσταση των τειχών, τη δημιουργία μιας οχυρωμένης θέσης (Yedikule), καθώς και την ανέγερση παλατιού στο κέντρο της πόλης. Για το έργο αυτό χρησιμοποίησε έλληνες δούλους, έναντι σημαντικής αμοιβής με την οποία αργότερα ήταν σε θέση να κερδίσουν την ελευθερία τους και να εγκατασταθούν στην πόλη. Εκτός από το παλάτι, το σημαντικότερο ίσως κτίριο που ανεγέρθηκε από τους οθωμανούς κατακτητές ήταν το τζαμί του σουλτάνου, που κτίστηκε την περίοδο 1462-70 αλλά καταστράφηκε από σεισμό το 1766. Πληθώρα μεγαλοπρεπών τζαμιών συνέβαλαν σταδιακά στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού ύφους της Ισταμπούλ. Διοικητικά, η οθωμανική πόλη χωρίστηκε σε τέσσερις ενότητες: το κέντρο της Ισταμπούλ (Σταμπούλ) και τις τρεις περιοχές του Γαλατά, του Εγιούπ (Χάσια) και του Ουσκουντάρ (Σκούταρι). Η αναδιάρθρωση της οθωμανικής Ισταμπούλ βασίστηκε, εν γένει, στην πεποίθηση πως έπρεπε να διαπνέεται από το πνεύμα του Ισλάμ, αποκτώντας το χαρακτήρα μιας ιερής ισλαμικής πόλης. Συνολικά, τα επόμενα χρόνια, η πόλη γνώρισε μια μακρά περίοδο ανάπτυξης, με μοναδικές εξαιρέσεις τις φυσικές καταστροφές — κατά κύριο λόγο πυρκαγιές και σεισμοί — και τις επιδημίες που την έπληξαν στο πέρασμα του χρόνου. Το εκτεταμένο πρόγραμμα επανεποικισμού και οικοδόμησης έθεσε τα θεμέλια για τη μεταμόρφωση της άλλοτε ερημωμένης πόλης σε μια οικουμενική αυτοκρατορική πρωτεύουσα, η οποία διέφερε σε χαρακτήρα και εμφάνιση από την αντίστοιχη βυζαντινή. Κατά την περίοδο του Σουλεϊμάν Α', έφθασε στο απόγειο της αίγλης της.
Στις αρχές του 19ου αιώνα χρονολογείται μία ακόμα σημαντική εξέλιξη στην ιστορία της οθωμανικής Ισταμπούλ, συνυφασμένη με την εποχή του τανζιμάτ, δηλαδή της αναδιοργάνωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία συνοδεύτηκε από σοβαρές αναταραχές, όπως τη σφαγή των Γενιτσάρων στον Ιππόδρομο το 1826. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται γενικά ως η περίοδος κατά την οποία επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός της πόλης σε μία δυτικού τύπου πρωτεύουσα. Το 1870 επεκτάθηκε έως την Ισταμπούλ ο ευρωπαϊκός σιδηρόδρομος, ενώ και άλλες σημαντικές δημόσιες υποδομές ολοκληρώθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού, όπως η υπόγεια σήραγγα μεταξύ Γαλατά και Πέραν (1873), σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικό δίκτυο. Την ίδια περίπου περίοδο, και μέχρι το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης σημείωσε σημαντική αύξηση από 385.000 το 1885 σε 560.000 το 1914.
Νεότερη ιστορία
To 1908 η πόλη καταλήφθηκε από το στρατό του κινήματος των Νεότουρκων, εκθρονίζοντας το σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β'. H Επανάσταση των Νεότουρκων επιτάχυνε τη διαδικασία προσαρμογής της πόλης στα δυτικά πρότυπα, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1839 και το σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, με τη μεταρρύθμιση που ονομάστηκε Τανζιμάτ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), αποτράπηκε η κατάληψή της από το βουλγαρικό στρατό, η πορεία του οποίου ανακόπηκε στα προάστια της πόλης. Στο διάστημα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου βρισκόταν σε αποκλεισμό και με το πέρας του πολέμου τοποθετήθηκε υπό βρετανική, γαλλική και ιταλική κατοχή μέχρι το 1923. Με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, ο τελευταίος οθωμανός σουλτάνος, Μεχμέτ Στ', εγκατέλειψε την πόλη το 1922. Παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη έχασε την ηγεμονία που διατηρούσε για περισσότερο από μία χιλιετία, καθώς πρωτεύουσα της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης είχε μειωθεί δραστικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εκατό ετών. Παρέμεινε αλώβητη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς να υποστεί φθορά, χάρη στην ουδέτερη στάση της Τουρκίας. Την περίοδο που ακολούθησε, ο πληθυσμός της σημείωσε πολύ μεγάλη αύξηση, λόγω της μετακίνησης μεγάλου τμήματος αγροτικού πληθυσμού στην πόλη προς εύρεση εργασίας. H Ισταμπούλ μεταμορφώθηκε με την κατασκευή της πρώτης κρεμαστής γέφυρας του Βοσπόρου (1973), η οποία ένωσε τις ευρωπαϊκές με τις ασιατικές συνοικίες της πόλης μέσα από ένα νέο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, επιτρέποντας παράλληλα μεγάλες μετακινήσεις μεταναστών από την Ανατολία. Η πληθυσμιακή έκρηξη που παρατηρήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, συνοδεύτηκε από προβλήματα μόλυνσης, υπερπληθυσμού ανά περιοχές, πολεοδομικής αναρχίας και ανεπάρκειας υπηρεσιών.
ΠΟΥ ΘΑ ΦΑΤΕ
Μια μοναδική γαστρονομική εμπειρία θα ζήσετε στο Tugra, το εστιατόριο του Ciragan Palace (Niragan Caddesi 32 Besiktas, 258 3377) – μόνο με επίσημο ένδυμα. Το πιο φημισμένο, όμως, εστιατόριο οθωμανικής κουζίνας είναι το Haci Abdullah (Sakizagaci Caddesi 17, 293 8561, στο Beyoglu. Από τα trendiest places to be στην ίδια περιοχή, είναι τα Leb-i Derya (Kumbaraci Yokusu 115/7, 293 4989, www.lebiderya.com) και 360 Ιstanbul (Istiklal Cad. Misir Apt. Kat 8, www.360istanbul.com), και τα δύο με fusion κουζίνα και θέα που κόβει την ανάσα. Για παραδοσιακές πολίτικες γεύσεις σε απίστευτα χαμηλές τιμές, προτιμήστε το Pehlivan Restaurant (Istiklal Cad. 5), αλλά και τα κλασικά κεμπαπτσίδικα γύρω από την πλατεία Taxim.
Στο δρόμο: Σ’ αυτό τον προορισμό σας στην Ευρώπη οι επιλογές για φαγητό στο πόδι είναι ανεξάντλητες! Δοκιμάστε οπωσδήποτε σάντουιτς με ψάρι γύρω από τη γέφυρα του Γαλατά, και γεμιστά μύδια στους παράδρομους της Ιστικλάλ τις μεταμεσονύκτιες ώρες (ό,τι πρέπει για το στομάχι μετά το αλκοόλ). Για πρωινό (ή σνακ) περάστε οπωσδήποτε από κάποιο Simit Sarayi, μια αλυσίδα τύπου Everest με υπέροχα κουλουροειδή.
• Επισκεφτείτε επίσης το μουσείο The Istanbul Modern, Meclis-i Mebusan Cad. Liman Sahasi Antrepo 4, Karakoy. ww.istanbulmodern.org.
για να μπείτε στο πνεύμα
Δείτε την ταινία «Crossing the Bridge: The Sound of Istanbul» του Fatih Akin, που βγαίνει τον Οκτώβριο στις αίθουσες. Διαβάστε το «Istanbul» του Orhan Pamuk, αυτοβιογραφία του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα, που καταλήγει να γίνεται ένα πορτρέτο της πόλης (στο www.amazon.com). Ακούστε το δίσκο Gzlzmse της Sezen Aksu, το Avaz των Replikas, το Dunya Yalan Soyluyor των Mor ve Otesi.
ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ
Mην αποχωρήσετε από καφενείο, ταβέρνα, ταξί κ.τ.λ. χωρίς να αφήσετε φιλοδώρημα: θα κάνετε θανάσιμους εχθρούς! Eπίσης, μην ψωνίσετε κάτι σε παζάρι χωρίς να παζαρέψετε, ακόμα και οι ίδιοι οι πωλητές θα απογοητευθούν!
Tα ταξί είναι φθηνά και μπορείτε άνετα να τα χρησιμοποιήσετε. Ωστόσο, στο κέντρο της Παλιάς Πόλης προτιμήστε να κινηθείτε με τα πόδια και εξετάστε την προοπτική της μετακίνησής σας με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, για κοντινές αποστάσεις.
Aν η διάθεσή σας σηκώνει απολύτως τουριστικές περιηγήσεις, δώστε τα 10 ευρώ που κοστίζει η μιάμισης ώρας βόλτα στα στενά του Βοσπόρου με τα τουριστικά καραβάκια.
Εμπιστευτείτε το ταξιδιωτικό μας γραφείο, για ένα ανεπανάληπτο ταξίδι στην Κωσταντινούπολη